Το επιστημονικό όνομα της Νεκταρινιάς είναι Prunus Persica Nectarina και διαφέρει από την ροδακινιά στο ότι ο καρπός της δεν έχει χνούδι. Η νεκταρινιά προήλθε από οφθαλμική μετάλλαξη της ροδακινιάς, ενώ έγινε γνωστή στην Ελλάδα το 100 π.Χ.. Στην ουσία, προέρχεται από διασταύρωση ροδάκινου και μήλου και είναι ευπαθές προϊόν από τη φύση του, όπως και το ροδάκινο. Η νεκταρινιά ευδοκιμεί καλύτερα σε βαθιά και αμμοπηλώδη εδάφη, καλής αποστράγγισης. Ως δέντρο παρουσιάζει αντοχή στην παγωνιά έως -15οC, ανθίζει την άνοιξη, αλλά είναι ευαίσθητη στους ανοιξιάτικους παγετούς οι οποίοι μπορούν να καταστρέψουν τα άνθη της. Αποδίδει καρπούς μετά το 3ο έτος και ιδανικός τόπος καλλιέργειάς της στην Ελλάδα είναι κυρίως η κεντρική και δυτική Μακεδονία, όπου οι ιδιαίτερες εδαφοκλιματικές συνθήκες με τα ζεστά καλοκαίρια και τους κρύους αλλά ήπιους χειμώνες, ευνοούν την ανάπτυξη των καρπών. Γενικότερα όμως το μεσογειακό κλίμα είναι κατάλληλο για την ανάπτυξή της. Τέλος, ο καρπός της, το νεκταρίνι, χρησιμοποιείται κυρίως για νωπή κατανάλωση και βοηθά στην αποτοξίνωση του οργανισμού αφού περιέχει βιταμίνες Α (καροτίνη) και C, ασβέστιο, φώσφορο, κάλιο και διαιτητικές ίνες.